Βία, ψυχή και νεότητα

  • Post category:Άρθρα
  • Reading time:Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπ.

Η έλλογη στάση απέναντι στη βία προϋποθέτει υπέρβαση στερεότυπων και ηθικολογικών παραστάσεων, κατανόηση των μηχανισμών και ρεαλιστική δράση για την πλαισίωσή της. Γιατί ό,τι απωθείται από τις δεσπόζουσες παραστάσεις και λόγους επιστρέφει με «άγριο», τραυματικό τρόπο, όπως οι αυξανόμενες δόσεις βίας στα θεάματα και στην καθημερινή ζωή («κυνισμός», αγένεια…), σφαγές στα εκπαιδευτήρια, συμμορίες ανηλίκων, η τυφλή καταστροφικότητα στα παρισινά προάστια. Και ο ακόμη αδιέργαστος Δεκέμβριος 2008…

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος εμπεριέχει ισχυρούς μηχανισμούς άσκησης βίας. Μπροστά σε κάθε απειλή διαθέτει ένα τυπικό δίπτυχο ενέργειας: πάλη ή φυγή.
Η ψυχανάλυση θεωρεί τη βία συστατικό μηχανισμό αυτοσυντήρησης: υπεράσπισης της ζωής (κυνήγι ή ανταγωνισμός για πόρους, χώρο…) και της ναρκισσιστικής ακεραιότητας του υποκειμένου (έναντι της αίσθησης αδικίας, ανασφάλειας, ταπείνωσης- και για προσπορισμό απολαύσεων).

Μια ιδιαίτερη ψυχική δυναμική υπερβαίνει την εργαλειακή διάσταση και οδηγεί στην άσκηση βίας ως πηγή απόλαυσης: η ορμή κατακυριάρχησης, που πηγάζει από την άσκηση μυϊκής ισχύος και περιέχει μιαν ειδοποιό απόλαυση μέσω της άσκησης βίας σε καθαρή μορφή, η οποία μάλιστα διαφοροποιείται από την επιθετικότητα, τον σαδισμό ή το μίσοςδιεργασίες όπου συμμετέχει μια λιβιδινική συνιστώσα.
Στη βία των νέων στη σημερινή δυτική κοινωνία δεσπόζει μια τριπλή αντίδραση: στην ψυχική ορφάνια, στην υπαρξιακή αγωνία και στη φαντασιακή διαλεκτική των «ταυτίσεων διαφυγής».

1. «Ψυχική ορφάνια» σημαίνει διάρρηξη των διαγενεακών δεσμών σε διαπροσωπικό (σχέσεις γονιών- παιδιών…) και σε θεσμικό επίπεδο (παιδεία…), και, ευρύτερα, απορρύθμιση και έκπτωση των μηχανισμών μετάδοσης του συμβολικού και φαντασιακού θησαυρίσματος (κουλτούρας και πολιτισμού) μεταξύ των γενεών. Αυτό γεννά στους νέους μιαν αποσαθρωτική αίσθηση εγκατάλειψης και ακυβερνησίας- ότι γεννήτορες και κοινωνίες τούς παρατάνε στην τύχη τους σε έναν κόσμο ακατανόητο, άλογο, απειλητικό, που δεν τους παρέχει μια θέση, αγάπη, νόημα και ασφάλεια στο πλαίσιο του συνανήκειν. Η άμορφη απόγνωση που γεννά η συνάντηση με μια τέτοια ανοηματοδότητη πραγματικότητα «που δεν τη χωράει ο νους» ωθεί τους νέους στην ακατέργαστη βία ως απόπειρα «να δημιουργήσω εγώ (εμείς) για μένα (μας) μια θέση στον ήλιο». Αυτό το ακατέργαστο πέρασμα στην πράξη, που τροφοδοτείται από πανίσχυρες ενορμητικές και φαντασιωσικές διεργασίες χωρίς επαρκή διανοητική και συναισθηματική επεξεργασία, προσανατολίζεται σε τρεις κατευθύνσεις: α) βίαιη απαλλαγή του χώρου από τους σφετεριστές, β) επαναφορά του χώρου στην κατάσταση του ανοικειοποίητου, γ) απόπειρα οικειοποίησης του άξενου χώρου από την ανέστια
ψυχή. Προφανώς μια τέτοια λογική «ξεκαθαρίσματος» εύκολα διολισθαίνει και στη βία.

2. «Αντίδραση στην υπαρξιακή αγωνία και κενότητα». Κεντρικός μηχανισμός εδώ είναι η εμπειρία της ορδαλίας.

Η ορδαλία (θεοδικία) αντιπροσωπεύει πανάρχαιο μηχανισμό που πιστοποιεί στο υποκείμενο το δικαίωμά του να υπάρχει μέσα από την έκθεσή του σε μια βίαιη διαδικασία, όπου διακυβεύεται η ίδια η ζωή του. Για παράδειγμα, να πιάσει ένα πυρωμένο σίδερο και ύστερα από ένα χρονικό διάστημα να ελεγχθεί η πληγή: Αν επουλωθεί, αποδεικνύεται η αθωότητά του, άρα τεκμηριώνεται «ελέω θεού» το δικαίωμά του να υπάρχει. Στην ενάντια περίπτωση, η Ανωτέρα Δύναμη τον χαρακτήρισε ένοχο. Παρόμοια με την πυροδικία είναι η κατάποση δηλητηρίου ή η δικαστική μονομαχία («Ιβανόης»…).

Η βία των νέων σήμερα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύνολο ορδαλικών πρακτικών όπου διακινδυνεύεται η φυσική ή κοινωνική ασφάλεια ή και η ζωή του υποκειμένου: παραβατικότητα, σύγκρουση με ισχυρούς μηχανισμούς καταστολής, ναρκωτικά, επικίνδυνη οδήγηση, ακραία αθλήματα, τζόγος… Μέσω της έκθεσης σε συνθήκες βίας και κινδύνου επιχειρείται εξαναγκασμός του κόσμου να απαντήσει στο ερώτημα της μετέωρης νεανικής ψυχής: «Θέλεις να υπάρχω; Προβλέπεις μια θέση για μένα;». Η εκτεταμένη συμμετοχή τέκνων εύπορων οικογενειών στα βίαια γεγονότα του Δεκεμβρίου 2008 εικονογραφεί αυτή τη λογική.

3. «Ταυτίσεις διαφυγής»: ΜΜΕ, θέαμα και διαφήμιση σερβίρουν είδωλα με τα οποία καλείται να ταυτιστεί το «ορφανό» Εγώ του νέου δυτικού ανθρώπου. Ο απειλούμενος ναρκισσισμός του πιάνεται από όπου μπορεί, προκειμένου να βρει «οδούς διαφυγής» από την κενή νοήματος και/ή μέλλοντος πραγματική ή νοερή εμπειρία του. Αλλά η ταύτιση του Εγώ με κάποιο είδωλο οδηγεί σε αίσθηση αιχμαλωσίας και εξέγερσης ενάντια στο είδωλο που σου επιβάλλεται ως μορφή και τρόπος της δικής σου ψυχής. Το είδωλο που σαγηνεύει το Εγώ στο πλαίσιο τέτοιων ταυτίσεων διαφυγής θα είναι μεταξύ των πρώτων στόχων της επιθετικότητας που γεννά η αλλοτρίωση και της βίας που εκλύει αυτή η φαντασιακή διαλεκτική της σχέσης με τον άλλον ως όμοιο. Πέρα από τις συνυπάρχουσες ιδεολογικές και πολιτικές σημασιοδοτήσεις τους, οι επιθέσεις ενάντια στα κυρίαρχα είδωλα του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου τροφοδοτούνται και από τη φαντασιακή εμπλοκή που παράγουν οι ταυτίσεις διαφυγής: επίθεση στις τράπεζες (ενσάρκωση της ύψιστης αξίας «χρήμα»), στα εμπορικά καταστήματα (εμβλήματα του καταναλωτισμού), σε αυτοκίνητα (εμβλήματα φασματικής «ελευθερίας κίνησης»)… Η άγονη διαλεκτική μεταξύ φουσκωμένου εφηβο-νεανιοκεντρικού ναρκισσισμού (πυρήνας του εμπορικού και πολιτικού image-making…), από τη μια, υλικής ματαίωσης και/ή ψυχικής ορφάνιας των νέων, από την άλλη, απλώς αφορμή γυρεύει για να εκδηλωθεί ως επιθετικότητα και βία ενάντια στις δεσπόζουσες του Ιδεώδους Εγώ, που ορίζουν οι αναπαραστάσεις της καταναλωτικής κοινωνίας – ενός κόσμου που μπορεί να είναι χρήσιμος ή ευχάριστος, αλλά όχι αγαπητός.

Η βία ως ενδογενής ροπή πηγάζει από την ώση της ορμής κατακυριάρχησης και οδηγείται από τη συνειδητή ή ασυνείδητη επιζήτηση της απόλαυσης που γεννά η εμπειρία άσκησης (φυσικήςκυριολεκτικής ή συμβολικής-μεταφορικής) βίας.
Αυτή η ροπή δεν αντιπροσωπεύει συγκυριακό παράγωγο. Αποτελεί πρωτογενές υπόδειγμα ψυχικής λειτουργίας, που ισοδυναμεί με ανεξάντλητη δίψα για απόλαυση της βίας, είτε ως έμπρακτη εμπειρία ιδίας ενέργειας/πράξης (videogames, σπορ, βία στον δρόμο, τρόπος οδήγησης, αγένεια κ.τ.ό.) είτε ως θέαμα (γήπεδα, σινεμά, τηλεόραση κ.τ.ό.). Η βίαιη οδηγική συμπεριφορά, για παράδειγμα, δεν αποτελεί «αντίδραση σε κάτι», αλλά πρωτογενή απόλαυση της βίας που ασκείται στον πιο αδύναμο.

Δεύτερη ενδογενή πηγή βίας αποτελεί ο ναρκισσισμός των μικρών διαφορών: η υποτιμητική θεώρηση των «Ποντίων» από τους «Ελληνες» ή των Βέλγων από τους Γάλλους, που παίρνει τη μορφή στερεοτύπων, ανεκδότων κτλ., δείχνει τη ναρκισσιστική ικανοποίηση που προσπορίζεται το Εγώ επιτιθέμενο στον όμοιο. Πρόκειται για προνομιακό τρόπο παροχέτευσης της λανθάνουσας βίας που δεν επιτρέπεται να ασκείται μεταξύ των μελών μιας συλλογικής οντότητας (ενός «εμείς»), οδηγώντας στην απόρριψη του «άλλου» και στη μισαλλοδοξία (εθνικισμοί, ρατσισμοί, φανατισμοί, αλαζονεία, εξουσιομανία…).

Αυτή η πρωτογενής ροπή προς την απόλαυση της βίας είναι και το πιο δύσκολα αφομοιώσιμο συμπέρασμα της ψυχαναλυτικής διερεύνησης του ανθρώπινου φαινομένου. Δηλαδή ότι κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του ένα άγριο θηρίο, έναν δυνάμει καταστροφέα και φονιά, απόγονο μιας μακρότατης γενεαλογίας όντων τα οποία ασκούν βία όχι μόνο για λόγους αυτοσυντήρησης ή, έστω, λόγω σφάλματος, αλλά και για την ίδια την απόλαυση που τους παρέχει αυτή καθαυτή η εμπειρία της άσκησης βίας. Και ότι χιλιετίες έργου του πολιτισμού ούτε εξαλείφουν αυτή τη συστατική διάσταση του ανθρώπου ούτε μπορούν πάντοτε να την ελέγχουν.

Νίκος Σιδέρης
Ψυχίατρος, διδάσκων ψυχαναλυτής της ψυχαναλυτικής σχολής του Στρασβούργου (EPS), συγγραφέας
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ – Τεύχος 03/7/2009