Ο όρος χωρικότητα σημαίνει ένα προσδιορισμό, μία ιδιότητα, μία διάσταση που αποδίδεται σε κάποιο αντικείμενο, σχέση, λειτουργία ή διεργασία και είναι συνάρτηση του χώρου.

Η θέση και η λειτουργία της χωρικότητας στο ασυνείδητο φαίνεται με ενάργεια στο πεδίο του ονείρου, που αντιπροσωπεύει την εγγύτερη υποκειμενική εμπειρία (αντίληψη και πρόσληψη) και το καλύτερο «φυσικό υπόδειγμα» ως προς τη συγκρότηση και τη λειτουργία του ασυνείδητου («βασιλική οδός προς το ασυνείδητο»). Γιατί το όνειρο δείχνει τόσο τα συστατικά του ασυνείδητου (= ίχνη της προσωπικής ιστορίας που ισοδυναμούν με ενορμητικά και επιθυμητικά επισεσημασμένες παραστάσεις πραγμάτων), όσο και τον τρόπο λειτουργίας του ασυνείδητου (= πρωτογενής διαδικασία).

Ο κώδικας της πρωτογενούς διαδικασίας

Η σημειωτική λειτουργία της πρωτογενούς διαδικασίας αντιστοιχεί σε ένα κώδικα με τα εξής θεμελιώδη γνωρίσματα1:

1. Τελεστικότητα: Το ασυνείδητο συντάσσει φαντασιώσεις, όπου σκηνοθετείται η επιθυμία ως πραγματοποιούμενη. Το «θέλω να συμβεί το τάδε» διατυπώνεται και εξεικονίζεται ως «συμβαίνει το τάδε». Δηλαδή, η φαντασίωση δεν περιγράφει κάτι ως σκοπούμενο, αλλά διατυπώνει το σκοπούμενο ως συντελούμενο, συμβαίνον. Συνεπώς, οι φαντασιωσικές διατυπώσεις ισοδυναμούν με τελεστικές σημειωτικές πράξεις, με την έννοια που δίνει στον όρο ο J.L. Austin2, αντιδιαστέλλοντας το τελεστικό (performative: «Σου υπόσχομαι») από το διαπιστωτικό (constative: «Μου υποσχέθηκες»).

2. Παραστατικότητα: Το ασυνείδητο απαρτίζεται από παραστάσεις πραγμάτων – όχι από παραστάσεις λέξεων. Ακόμη και οι παραστάσεις λέξεων3 στο ασυνείδητο έχουν υπόσταση (status) παραστάσεων πραγμάτων και μπορούν να υποβληθούν σε όλες τις αντίστοιχες επεξεργασίες: εικαστική παραμόρφωση, σύντηξη (όπως στη συμπύκνωση)… μέχρι και ακραίους χειρισμούς, όπως θρυμματισμός, κερματισμός, μερική ή ολική απόσβεση κλπ. Και γενικά, η πρωτογενής διαδικασία διατυπώνει τις φαντασιωσικές της παραγωγές ως δρώμενα («και ου δι’ απαγγελίας»).

3. Πανσημία (= όλα σημαίνουν κάτι). Η αναλογική υπόσταση του κώδικα της πρωτογενούς διαδικασίας καθιστά σημαίνον το κάθε τι που εμφανίζεται στη σκηνή του ονείρου ή, γενικότερα, της φαντασίωσης. Ακόμη και το μεταξύ μορφών «κενό» δεν είναι το τίποτε, αλλά ένα σημαίνον κενό: Το αντίστοιχο συναντάται στην Αρχιτεκτονική ως διαλεκτική του γεμάτου και του άδειου, όπου το «άδειο» δεν είναι ανύπαρκτο, αλλά δομικό και λειτουργικό συστατικό του σχεδιασμού (και του κτίσματος). «Το μη-είναι ενός καθορισμένου είναι, είναι ένα καθορισμένο μη-είναι» (Χέγκελ – παράδειγμα, το μηδέν των μαθηματικών).

Ως προς τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ ψηφιακής και αναλογικής συγκρότησης και λειτουργίας, ο Anthony Wilden4 αντιπαραθέτει συγκριτικά το ψηφιακό και το αναλογικό – επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι είναι πολύ δύσκολο ν’ αποφευχθεί η θεώρηση των όρων (λογική σύστασης διαδικασιών) σαν να ήταν «πράγματα».


1 Βλ. Ν. Σιδέρης, Η εσωτερική διγλωσσία, Καστανιώτης 1995

2 J.L. Austin, How to do things with words, Oxford University Press, 1962

Σ. Φρόιντ, Το ασυνείδητο, στα Δοκίμια μεταψυχολογίας, Καστανιώτης 1980

Anthony Wilden, Système et structure, Boréal Express, Montréal 1983